Σύμφωνα με νεότερα επιστημονικά δεδομένα, τα τελευταία χρόνια παρατηρείται αυξημένη συχνότητα ανεπάρκειας της βιταμίνης D, γεγονός που έχει αρνητικές επιπτώσεις τόσο στη γενικότερη υγεία του οργανισμού, όσο και σε επιμέρους συστήματα και ειδικότερα στο αναπαραγωγικό σύστημα. Ενδεικτική είναι πρόσφατη δημοσίευση σύμφωνα με την οποία, κατά τη δεκαετία 1994-2004, στις ΗΠΑ η συχνότητα ανεπάρκειας της βιταμίνης D διπλασιάστηκε. Ο ρόλος της βιταμίνης D στην προστασία των οστών είναι γνωστός και ευρέως διαδεδομένος. 

Ωστόσο, υποδοχείς των κυττάρων για την βιταμίνη D βρίσκουμε τόσο σε κύτταρα των οστών όσο και πολλά άλλα κύτταρα και ιστούς του οργανισμού. Η βιταμίνη D έχει την ικανότητα να συνδέεται με τους υποδοχείς αυτούς και να επηρεάζει την λειτουργία των κυττάρων ενεργοποιώντας ή απενεργοποιώντας συγκεκριμένες λειτουργίες του κυττάρου. Ανεπάρκεια σε βιταμίνη D έχει συσχετιστεί με εκδήλωση σακχαρώδους διαβήτη, παχυσαρκίας, ανάπτυξη αυτοάνοσων νοσημάτων, καρδιαγγειακής νόσου, καθώς και καρκίνου. Τέλος, οι δείκτες θνησιμότητας έχουν άμεση σχέση με τα επίπεδα βιταμίνης D στο αίμα. Ειδικότερα στο χώρο της αναπαραγωγής, τα ερευνητικά δεδομένα πληθαίνουν που αναδεικνύουν το σημαντικό ρόλο που παίζει η βιταμίνη D στην εύρυθμη λειτουργία του αναπαραγωγικού συστήματος. Υποδοχείς της βιταμίνης D βρίσκονται τόσο στην ωοθήκη, την μήτρα, όσο και στον πλακούντα κατά την διάρκεια της κύησης. Έχει αποδειχθεί ότι με την έναρξη της εμφύτευσης του γονιμοποιημένου ωαρίου, το ενδομήτριο συνθέτει βιταμίνη D για την διευκόλυνση της κύησης και της ανάπτυξης του πλακούντα.

Επιπλέον, η βιταμίνη D επιτρέπει στα ανοσολογικά κύτταρα της μήτρας να λειτουργούν αποτελεσματικά και να προστατεύουν τη μήτρα από ενδεχόμενες λοιμώξεις.  Τα δεδομένα για τις επιπτώσεις της ανεπάρκειας βιταμίνης D στην αναπαραγωγή προέρχονται τόσο από πειραματικές μελέτες, όσο και από καταγραφή επιπλοκών στην κύηση. Πιο συγκεκριμένα, μελέτες σε ποντίκια με συγγενή έλλειψη βιταμίνης D, παρατηρήθηκε υποπλασία της μήτρας, διαταραχή ωρίμανσης των ωαρίων τους και γενικότερα δυσκολία στη σύλληψη. Αντίστοιχα, από δεδομένα που προέρχονται από την μελέτη κυήσεων που περιπλέκονται από ανεπάρκεια της βιταμίνης D, παρατηρείται αύξηση στη συχνότητα υπέρτασης της κύησης και εκδήλωσης σακχαρώδους διαβήτη. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει ο ρόλος της βιταμίνης D στη θεραπεία με εξωσωματική γονιμοποίηση. Στοιχεία από διάφορες μελέτες επιβεβαιώνουν την αρνητική συσχέτιση ανεπάρκειας βιταμίνης D με την πιθανότητα κύησης μετά από εμβρυομεταφορά. Παρόμοια αποτελέσματα παρατηρούνται και σε προγράμματα υποβοήθησης με δωρεά ωαρίων, γεγονός που δείχνει πως το όφελος της βιταμίνης D εκδηλώνεται κυρίως στο επίπεδο του ενδομητρίου. Ωστόσο, δεν υπάρχουν ακόμη δεδομένα που να επιβεβαιώνουν κάποιο όφελος από την χορήγηση συμπληρωμάτων βιταμίνης D σε γυναίκες που υποβάλλονται σε πρόγραμμα εξωσωματικής γονιμοποίησης, ενώ πριν υιοθετήσουμε μια τέτοια προσέγγιση θα πρέπει να εκτιμήσουμε την ασφάλεια των συμπληρωμάτων αυτών στην διαδικασία της γονιμοποίησης, παίρνοντας υπόψη την διάρκεια θεραπείας, την δοσολογία και τον τρόπο χορήγησης.

Χριστοφορίδης Νίκος

Γυναικολόγος υποβοηθούμενης αναπαραγωγής, MD, MRCOG, DFFP

Κλινικός Υπεύθυνος Embryolab Ιδρυτικό μέλος Embryolab Academy

Πηγή: ineedadoctor.gr